κουτουλώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κουτουλώ < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

κουτουλώ και κουτουλάω

  1. χτυπάω κάτι με το κούτελο
    τον κουτούλησε ένας ταύρος αλλά δεν έπαθε τελικά τίποτε
  2. χτυπάω άθελά μου το κούτελο ή όλο το σώμα κάπου
    ήταν πολύ σκοτεινά που κουτούλαγα συνέχεια πάνω σε διάφορα αντικείμενα μέχρι να φτάσω στην έξοδο
  3. πέφτει, γέρνει το κεφάλι μου λόγω υπνηλίας από κούραση ή νύστα
    λοιπόν, μάγκες εγώ φεύγω γιατί πήγε τρεις η ώρα και έχω αρχίσει και κουτουλάω
  4. (μεταφορικά) (οικείο) τσουγκρίζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]