κουτσουλιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουτσουλιά κουτσουλιές
γενική κουτσουλιάς κουτσουλιών
αιτιατική κουτσουλιά κουτσουλιές
κλητική κουτσουλιά κουτσουλιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουτσουλιά < κουτσιλιά < κόττα + τσιλιά < τῖλος (υγρά κόπρανα, διάρροια)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουτσουλιά θηλυκό

  1. περίττωμα από πουλί
  2. (μεταφορικά) κάτι που είναι πολύ μικρό που έχει πολύ μικρές διαστάσεις (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]