κουτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική κουτός κουτή κουτό
γενική κουτού κουτής κουτού
αιτιατική κουτό κουτή κουτό
κλητική κουτέ κουτή κουτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κουτοί κουτές κουτά
γενική κουτών κουτών κουτών
αιτιατική κουτούς κουτές κουτά
κλητική κουτοί κουτές κουτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κουτός < κουτόμυαλος < κοττόμυαλος (που έχει μυαλό κότας) < αρχαία ελληνική κόττος

Open book 01.svg Επίθετο[]

κουτός, -ή, -ό

  1. (για άνθρωπο) που έχει χαμηλή νοημοσύνη, που δεν είναι έξυπνος
  2. (σε οικείο τόνο) που δεν καταλαβαίνει κάτι συγκεκριμένο για το οποίο γίνεται λόγος
    βρε κουτέ, δεν καταλαβαίνεις ότι αυτά στα κάνει για να την προσέξεις;
  3. (για ενέργειες ή λόγια) που δείχνει κουταμάρα
    αυτό που έκανες ήταν πολύ κουτό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]