κουφάλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κουφάλα οι κουφάλες
      γενική της κουφάλας των κουφαλών
    αιτιατική την κουφάλα τις κουφάλες
     κλητική κουφάλα κουφάλες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουφάλα < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική κοῦφος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουφάλα θηλυκό

  1. κοίλωμα που σχηματίζεται σε κορμό δέντρου
  2. (μεταφορικά) τρύπα σε δόντι
  3. (κακόσημο) μέτριος υβριστικός χαρακτηρισμός
  4. (κατ’ επέκταση) (μεταφορικά) καταφερτζής, άτομο που βρίσκει τρόπους να ξεφεύγει από κακοτοπιές

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]