κουφάρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουφάρι κουφάρια
γενική κουφαριού κουφαριών
αιτιατική κουφάρι κουφάρια
κλητική κουφάρι κουφάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουφάρι < μεσαιωνική ελληνική κουφάρι / κουφάριν / κουφάριον < αρχαία ελληνική κοῦφος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουφάρι ουδέτερο

  1. νεκρό ζώο
  2. (μειωτικά) το πτώμα ενός ανθρώπου, νεκρός άνθρωπος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]