κουφός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κούφος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κουφός κουφή κουφό
γενική κουφού κουφής κουφού
αιτιατική κουφό κουφή κουφό
κλητική κουφέ κουφή κουφό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κουφοί κουφές κουφά
γενική κουφών κουφών κουφών
αιτιατική κουφούς κουφές κουφά
κλητική κουφοί κουφές κουφά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουφός < αρχαία ελληνική κωφός < κόπτω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ku.ˈfɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

κουφός, -ή, -ό

  1. εκείνος που έχει χάσει την ακοή του.
  2. το ουδέτερο ως ουσ: Το κουφόδείτε τη λέξη .

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]