κουφός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κούφος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κουφός κουφή κουφό
γενική κουφού κουφής κουφού
αιτιατική κουφό κουφή κουφό
κλητική κουφέ κουφή κουφό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κουφοί κουφές κουφά
γενική κουφών κουφών κουφών
αιτιατική κουφούς κουφές κουφά
κλητική κουφοί κουφές κουφά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουφός < αρχαία ελληνική κωφός < κόπτω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ku.ˈfɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κουφός, -ή, -ό

  1. κωφός, που στερείται την ακοή
  2. (στο ουδέτερο) κάτι το παράξενο, το πρωτάκουστο, που δύσκολα το πιστεύεις

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]