κοφτερός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κοφτερός < κόπτω/κόφτω + -ερός

Open book 01.svg Επίθετο[]

κοφτερός, -ή, -ό

  1. που κόβει πολύ καλά
    κοφτερό μαχαίρι
  2. (μεταφορικά) εύστροφος
    κοφτερό μυαλό

32πχ Μεταφράσεις[]