κοψιά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κοψιά | οι | κοψιές |
| γενική | της | κοψιάς | των | κοψιών |
| αιτιατική | την | κοψιά | τις | κοψιές |
| κλητική | κοψιά | κοψιές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κοψιά < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κοψιά θηλυκό
- το κόψιμο, η πληγή που δημιουργεί το κόψιμο
- κατατομή, όψη, προφίλ ή ανφάς, ενός αντικειμένου ή ατόμου
- ※ Η Νίνα έφερε στο μυαλό της τα αψιά χαρακτηριστικά τρωκτικού και τη στραβοχυμένη κοψιά του τύπου, μαζί με την άμετρη μπουρδολογία και την υπερβολή των θεατρινίστικων κινήσεών του (Λίνα Βαρότση, Σήκω από πάνω μου, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)