Μετάβαση στο περιεχόμενο

κοψιά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοψιά οι κοψιές
      γενική της κοψιάς των κοψιών
    αιτιατική την κοψιά τις κοψιές
     κλητική κοψιά κοψιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κοψιά < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κοψιά θηλυκό

  1. το κόψιμο, η πληγή που δημιουργεί το κόψιμο
  2. κατατομή, όψη, προφίλ ή ανφάς, ενός αντικειμένου ή ατόμου
      Η Νίνα έφερε στο μυαλό της τα αψιά χαρακτηριστικά τρωκτικού και τη στραβοχυμένη κοψιά του τύπου, μαζί με την άμετρη μπουρδολογία και την υπερβολή των θεατρινίστικων κινήσεών του (Λίνα Βαρότση, Σήκω από πάνω μου, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]