κούρσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κούρσα κούρσες
γενική κούρσας
αιτιατική κούρσα κούρσες
κλητική κούρσα κούρσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κούρσα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κούρσα θηλυκό

  1. αγώνας ταχύτητας μεταξύ αυτοκινήτων
  2. αγώνας διεκδίκησης π.χ. σε διαγωνισμό, σε εκλογές κ.α.
  3. (παρωχημένο) το αυτοκίνητο
    Ο Μελέτης, λοιπόν, σκέφτηκε ότι κάποιος είχε φέρει την ξένη με κούρσα στο χωριό. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]