κούτελο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κούτελο κούτελα
γενική κούτελου κούτελων
αιτιατική κούτελο κούτελα
κλητική κούτελο κούτελα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κούτελο < → λείπει η ετυμολογία

κούτελο ουδέτερο

  1. (ανατομία) το τμήμα του προσώπου πάνω από τα φρύδια και κάτω από τα μαλλιά, το μέτωπο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]