κούτσουρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κούτσουρο κούτσουρα
γενική κούτσουρου κούτσουρων
αιτιατική κούτσουρο κούτσουρα
κλητική κούτσουρο κούτσουρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κούτσουρο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κούτσουρο ουδέτερο

  1. μεγάλο κομμάτι από τον κορμό ή από χοντρό κλαδί δέντρου
  2. (μεταφορικά) κάτι που φαίνεται ή είναι βαρύ και άκαμπτο
  3. (μεταφορικά) αυτός που δεν έχει μορφωθεί ή δεν μπορεί να μορφωθεί
  4. (μεταφορικά) ο άνθρωπος που έχει απομείνει χωρίς οικογένεια και φίλους

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]