κούτσουρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κούτσουρο κούτσουρα
γενική κούτσουρου κούτσουρων
αιτιατική κούτσουρο κούτσουρα
κλητική κούτσουρο κούτσουρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κούτσουρο < μεσαιωνική ελληνική κούτσουρον < κόψουρον < κόπτω + ουρά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κούτσουρο ουδέτερο

  1. μεγάλο κομμάτι από τον κορμό ή από χοντρό κλαδί δέντρου
  2. (μεταφορικά) κάτι που φαίνεται ή είναι βαρύ και άκαμπτο
  3. (μεταφορικά) αυτός που δεν έχει μορφωθεί ή δεν μπορεί να μορφωθεί
  4. (μεταφορικά) ο άνθρωπος που έχει απομείνει χωρίς οικογένεια και φίλους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]