κούφιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κούφιος < αρχαία ελληνική κοῦφος (από τη μεταφορική του σημασία)

Επίθετο[επεξεργασία]

κούφιος

  1. που είναι άδειος στο εσωτερικό του ενώ κανονικά είναι συμπαγής
    ※  Ο τελευταίος πασατέμπος ήτανε κούφιος, δεν είχε τίποτα μέσα. (Μάριος Χάκκας, Το σινεμά)
  2. (κατ’ επέκταση) που έχει χαλάσει το εσωτερικό του
  3. (κατ’ επέκταση), (μεταφορικά) που θεωρείται ότι έχει κούφιο κεφάλι, ότι δεν έχει μυαλό, ρηχός, ελαφρός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]