κοῦπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική κοῦπα κοῦπες
Γενική κούπας κουπῶν
Δοτική κούπᾳ κούπαις
Αιτιατική κοῦπαν κούπας
Κλητική κοῦπα κοῦπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοῦπα < λατινική cupa < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *keup- (κοιλότητα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοῦπα θηλυκό

  • (ελληνιστική κοινή) κούπα
    Κοῦπα, ἧς ἡ κάτω διάμετρος ποδῶν ε, ἡ δὲ ἄνω ποδῶν γ, τὸ δὲ ὕψος αὐτῆς ποδῶν η· ἔχει δὲ οἶνον, εἰ τύχοι, ποδῶν Ϛ· εὑρεῖν, πόσα κεράμια χωρεῖ. ποίει οὕτως· ὕφειλε τὰ τρία τῆς ἄνω διαμέτρου ἀπὸ τῶν ε τῆς κάτω· λοιπὰ β. ταῦτα ἐπὶ τὰ Ϛ· γίνονται ιβ. τούτων τὸ η′· γίνεται α ′. ὕφειλε τὴν α ′ ἀπὸ τῶν ε• λοιπὰ γ ′. τοσούτων ἔσται ποδῶν τὸ πλάτος, ἕως ὅπῃ ὁ οἶνος ἐτύγχανε. σύνθες τοίνυν τὰ γ ′ καὶ τὰ ε· γίνονται η ′· ὧν τὸ ′· γίνονται δ δ′. ταῦτα ἐφ' ἑαυτά· γίνονται ιη ιϚ′. ταῦτα δεκάκις καὶ ἅπαξ· γίνονται ρϚη ′ η′ ιϚ′. τούτων τὸ ιδ′· γίνονται ιδ ζ′ κη′ ριβ′ σκδ′. ταῦτα ἐπὶ τὰ Ϛ τοῦ ὕψους· γίνονται πε ζ′. τοσαῦτα κεράμια χωρεῖ ἡ κοῦπα. (Ήρων, Στερεομετρικά (Εἰσαγωγαὶ τῶν στερεομετρουμένων), 1, 51, 1, 1 - 2, 6)