κράμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κράμα τα κράματα
      γενική του κράματος των κραμάτων
    αιτιατική το κράμα τα κράματα
     κλητική κράμα κράματα
όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κράμα < ελληνιστική κοινή κρᾶμα < αρχαία ελληνική κεράννυμι < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱh₁erh₂-

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'kra.ma/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κράμα ουδέτερο

  1. Ένα υλικό που αποτελείται από δύο στοιχεία εκ των οποίων, το ένα είναι και μέταλλο και παρουσιάζει τις ιδιότητες αυτού του μετάλλου.
  2. (κατ' επέκταση) ανάμειξη διαφόρων άλλων πραγμάτων, θεωριών κ.ά.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]