κράμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κράμα κράματα
γενική κράματος κραμάτων
αιτιατική κράμα κράματα
κλητική κράμα κράματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κράμα < ελληνιστική κοινή κρᾶμα < αρχαία ελληνική κεράννυμι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱh₁erh₂-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'kra.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κράμα ουδέτερο

  1. ανάμειξη δύο ή περισσότερων μετάλλων ή άλλων υλικών, με το τελικό μείγμα να παρουσιάζει μια κάποια ομοιογένεια
  2. (κατ’ επέκταση) ανάμειξη διαφόρων άλλων πραγμάτων, θεωριών κ.ά.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]