κράμπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κράμπα κράμπες
γενική κράμπας κραμπών
αιτιατική κράμπα κράμπες
κλητική κράμπα κράμπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κράμπα < γαλλική crampe

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κράμπα θηλυκό

  1. ξαφνική ακούσια σύσπαση κάποιου μυ, που συνήθως συνοδεύεται με πόνο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]