κράνος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κράνος | τα | κράνη |
| γενική | του | κράνους | των | κρανών |
| αιτιατική | το | κράνος | τα | κράνη |
| κλητική | κράνος | κράνη | ||
| Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κράνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κράνος < κάρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱr̥h₁-sr(-eh₂)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈkɾa.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κρά‐νος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κράνος ουδέτερο
- προστατευτικό περίβλημα της κεφαλής από σκληρό υλικό, συνήθως μέταλλο
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
κράνος στη Βικιπαίδεια

- στρατιωτικό κράνος
- κράνος μοτοσικλετιστή
- κράνος ποδηλάτη
- κράνος σπηλαιολόγου
- Τελετουργικό κράνος αττικού ρυθμού
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κράνος
|
Πηγές
[επεξεργασία]- κράνος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- κράνος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δάσος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)