Μετάβαση στο περιεχόμενο

κράνος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κράνος τα κράνη
      γενική του κράνους των κρανών
    αιτιατική το κράνος τα κράνη
     κλητική κράνος κράνη
Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κράνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κράνος < κάρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱr̥h₁-sr(-eh₂)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈkɾa.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κράνος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κράνος ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]