κρέμασμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρέμασμα κρεμάσματα
γενική κρεμάσματος κρεμασμάτων
αιτιατική κρέμασμα κρεμάσματα
κλητική κρέμασμα κρεμάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρέμασμα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρέμασμα ουδέτερο

  1. ανάρτηση αντικειμένου το οποίο κρατιέται από κάπου
  2. χαλάρωση και σακούλιασμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]