Μετάβαση στο περιεχόμενο

κρήδεμνον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ κρήδεμνον τὰ κρήδεμν
      γενική τοῦ κρηδέμνου τῶν κρηδέμνων
      δοτική τῷ κρηδέμν τοῖς κρηδέμνοις
    αιτιατική τὸ κρήδεμνον τὰ κρήδεμν
     κλητική ! κρήδεμνον κρήδεμν
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κρηδέμνω
γεν-δοτ τοῖν  κρηδέμνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κρήδεμνον < αρχαία ελληνική κράς (ποιητικός τύπος του κάρα) + δέω  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κρήδεμνον, -ου ουδέτερο

  1. (ενδυμασία) κεφαλόδεσμος
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 22 (Χ. Ἕκτορος ἀναίρεσις.), στίχ. 470
    ἄμπυκα κεκρύφαλόν τε ἰδὲ πλεκτὴν ἀναδέσμην κρήδεμνόν θ’, ὅ ῥά οἱ δῶκε χρυσῆ Ἀφροδίτη
      5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Κ
    <κάραννος>· κεκρύφαλος. κρήδεμνον. ἢ ἔριφος. ἢ ζημία
      2/3ος κε αιώνας Αἴλιος Ἡρωδιανός Herodiani Technici Reliquiae έκδοση Teubner, 1867 @books.google
    κρήδεμνον λέγεται παρὰ τὸ κάρη καὶ δέμω τὸ κατεσκευασμένον καὶ πεποιημένον εἰς κεφαλὴν τῶν νέων
  2. (στον πληθυντικό) επάλξεις τειχών
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 16 (Π. Πατρόκλεια.), στίχ. 100
    Τροίης ἱερὰ κρήδεμνα λύωμεν

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]