κρίμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: κρῖμα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρίμα κρίματα
γενική κρίματος κριμάτων
αιτιατική κρίμα κρίματα
κλητική κρίμα κρίματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρίμα < αρχαία ελληνική κρίμα

κρίμα ουδέτερο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  1. αμαρτία
    είπα στον παπά όλα τα κρίματά μου
    Και στο τέλος ποιο είναι το μεγάλο κρίμα της, το άλυτο και το ασυμπάθιστο, που πρέπει να το σέρνει σ’ όλη τη ζωή; (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου )
  2. αδικία
    είναι μεγάλο κρίμα απέλυσαν αυτόν και όχι τον υφιστάμενο
  3. ατυχία
    είναι κρίμα είναι που δεν σε είχα γνωρίσει τότε

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

  1. εκφράζει λύπη
  2. εκφράζει συμπάθεια

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • το κρίμα στο λαιμό σου: όταν διαφωνούμε με την απόφαση του άλλου αλλά θα την ακολουθήσουμε
  • κρίμα το μπόι σου: ειρωνικά σε ενήλικα που συμπεριφέρεται παιδιάστικα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρίμα < κρίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρίμα ουδέτερο

  1. απόφαση, κρίση
  2. (σε μεταγενέστερους χρόνους) καταδικαστική απόφαση, καταδίκη