κρίμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κρίμα | τα | κρίματα |
| γενική | του | κρίματος | των | κριμάτων |
| αιτιατική | το | κρίμα | τα | κρίματα |
| κλητική | κρίμα | κρίματα | ||
| Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κρίμα < αρχαία ελληνική κρίμα
κρίμα ουδέτερο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]- η αμαρτία
- είπα στον παπά όλα τα κρίματά μου
- Και στο τέλος ποιο είναι το μεγάλο κρίμα της, το άλυτο και το ασυμπάθιστο, που πρέπει να το σέρνει σ’ όλη τη ζωή; (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου )
- η αδικία
- είναι μεγάλο κρίμα, απέλυσαν αυτόν και όχι τον υφιστάμενο
- η ατυχία
- είναι κρίμα είναι που δεν σε είχα γνωρίσει τότε
Επίρρημα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- το κρίμα στο λαιμό σου: όταν διαφωνούμε με την απόφαση του άλλου αλλά θα την ακολουθήσουμε
- κρίμα το μπόι σου: ειρωνικά σε ενήλικα που συμπεριφέρεται παιδιάστικα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κρίμα
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κρίμα < κρίνω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κρίμα ουδέτερο
Πηγές
[επεξεργασία]- κρίμα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- κρίμα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.