κρίνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κρίνο τα κρίνα
      γενική του κρίνου των κρίνων
    αιτιατική το κρίνο τα κρίνα
     κλητική κρίνο κρίνα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρίνο < αρχαία ελληνική κρίνον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkɾi.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρίνο ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]