κρίνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κρίνος οι κρίνοι
      γενική του κρίνου των κρίνων
    αιτιατική τον κρίνο τους κρίνους
     κλητική κρίνε κρίνοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρίνος < μεσαιωνική ελληνική κρίνος < αρχαία ελληνική κρίνον

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkɾi.nɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρίνος αρσενικό

  1. (βοτανική) ποώδες διακοσμητικό φυτό του γένους Lilium, με κατάλευκα και μυρωδάτα άνθη
  2. (βοτανική) το άνθος του φυτού αυτού
     συνώνυμα: κρινολούλουδο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]