κραίνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κραίνω < αρχαία ελληνική κρίνω. Διαφορετικό το αρχαίο κραίνω
Ρήμα
[επεξεργασία]κραίνω
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]κραίνω