Μετάβαση στο περιεχόμενο

κραγιόν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
Διάφορα χρώματα κραγιόν.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κραγιόν < απροσάρμοστο (οπτικό δάνειο) γαλλική crayon < craie < λατινική creta. Συγκρίνετε με το κραγιόνι.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kraˈʝon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κραγιόν

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κραγιόν ουδέτερο άκλιτο

  1. (κοσμετολογία) ειδικό μολύβι για το βάψιμο των χειλιών
  2. για τη ζωγραφική  δείτε τη μορφή κραγιόνι
    παράδειγμα  κραγιόν ζωγραφικής

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]