κραγιόνι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κραγιόνι | τα | κραγιόνια |
| γενική | του | κραγιονιού | των | κραγιονιών |
| αιτιατική | το | κραγιόνι | τα | κραγιόνια |
| κλητική | κραγιόνι | κραγιόνια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kraˈʝo.ni/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κρα‐γιό‐νι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κραγιόνι ουδέτερο
- (γραφική ύλη) χρωματιστό μολύβι ζωγραφικής
- (Χρειάζεται ξεκαθάρισμα αν είναι ξυλομπογιά ή/και κηρομπογιά)
- (κατ’ επέκταση) έργο ή είδος ζωγραφικής με τέτοιο μολύβι
- το κραγιόν για τα χείλη
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη κραγιόν
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κραγιόνι
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- κραγιόνι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- κραγιόνι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)