Μετάβαση στο περιεχόμενο

κραγιόνι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κραγιόνι τα κραγιόνια
      γενική του κραγιονιού των κραγιονιών
    αιτιατική το κραγιόνι τα κραγιόνια
     κλητική κραγιόνι κραγιόνια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κραγιόνι < κραγιόν +

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kraˈʝo.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κραγιόνι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κραγιόνι ουδέτερο

  1. (γραφική ύλη) χρωματιστό μολύβι ζωγραφικής
    (Χρειάζεται ξεκαθάρισμα αν είναι ξυλομπογιά ή/και κηρομπογιά)
  2. (κατ’ επέκταση) έργο ή είδος ζωγραφικής με τέτοιο μολύβι
  3. το κραγιόν για τα χείλη

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]