κραδαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κραδαίνω < αρχαία ελληνική κραδαίνω

Ρήμα[επεξεργασία]

κραδαίνω (χωρίς συνοπτικούς χρόνους)

  1. κρατάω στο χέρι και κουνώ απειλητικά κάποιο πράγμα (υποθετικά ως όπλο το οποίο είμαι έτοιμος να χρησιμοποιήσω εναντίον του στόχου μου)
    κραδαίνοντας το πιστόλι, ζήτησε το πορτοφόλι του θύματος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]