κρανιοεγκεφαλικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κρανιοεγκεφαλικός κρανιοεγκεφαλική κρανιοεγκεφαλικό
γενική κρανιοεγκεφαλικού κρανιοεγκεφαλικής κρανιοεγκεφαλικού
αιτιατική κρανιοεγκεφαλικό κρανιοεγκεφαλική κρανιοεγκεφαλικό
κλητική κρανιοεγκεφαλικέ κρανιοεγκεφαλική κρανιοεγκεφαλικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κρανιοεγκεφαλικοί κρανιοεγκεφαλικές κρανιοεγκεφαλικά
γενική κρανιοεγκεφαλικών κρανιοεγκεφαλικών κρανιοεγκεφαλικών
αιτιατική κρανιοεγκεφαλικούς κρανιοεγκεφαλικές κρανιοεγκεφαλικά
κλητική κρανιοεγκεφαλικοί κρανιοεγκεφαλικές κρανιοεγκεφαλικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρανιοεγκεφαλικός < κρανίο + εγκεφαλικός

Επίθετο[επεξεργασία]

κρανιοεγκεφαλικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με το κρανίο και τον εγκέφαλο
    κρανιοεγκεφαλική κάκωση
    κρανιοεγκεφαλική πίεση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]