κρασάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρασάκι κρασάκια
γενική
αιτιατική κρασάκι κρασάκια
κλητική κρασάκι κρασάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρασάκι: κρασί + κατάληξη υποκοριστικού -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρασάκι ουδέτερο

  1. το λίγο κρασί
    Ενα να πιούμε κάνα κρασάκι
  2. το αγαπημένο μου κρασί, αυτό που αγαπάω (όχι αυτό που αγαπώ περισσότερο από άλλες μάρκες κρασιού)
    Το κρασάκι είναι η παρηγοριά μου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]