κρατιέμαι

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

κρατιέμαι<παθητική φωνή του ρήματος κρατώ

Open book 01.svg Ρήμα[edit]

κρατιέμαι

  1. συγκρατούμαι, έχω αρπαχτεί από κάπου.
    όταν τρέχει το λεωφορείο, κρατιέμαι από τη χειρολαβή
  2. κρατώ κάτι στο χέρι μου
    ο γιος μου όταν έχει λεφτά, δεν κρατιέται, τα ξοδεύει αλόγιστα
  3. κρατώ το χέρι κάποιου άλλου
    όταν κυκλοφορούν στο δρόμο, κρατιούνται χεράκι-χεράκι
  4. αισθάνομαι νέος και ακμαίος παρά την ηλικία μου
    αυτό το αμάξι κρατιέται καλά παρά την παλαιότητά του
  5. καταπιέζω κάτι που νιώθω, ώστε να μην εκδηλωθεί
    Κι εγώ τότε δεν μπόρεσα πια να κρατηθώ, ξέσπασα στα κλάματα. (Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]