κρατικοποιούμαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρατικοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος κρατικοποιώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κρατικοποιούμαι (συνηθως στο τρίτο πρόσωπο για άψυχα)

  • αλλάζω ιδιοκτησιακό καθεστώς και από ιδιώτες, ανήκω πλέον στο κράτος (για επιχειρήσεις, αγαθά, αντικειμενα, ιδρύματα)

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]