κραχ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κραχ < γερμανική Krach (: γδούπος, θόρυβος από τρίξιμο, τριγμός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κραχ άκλιτο

  1. η ραγδαία πτώση των τιμών στο χρηματιστήριο, η οποία σημειώνεται αιφνίδια εξαιτίας οικονομικών και πολιτικών γεγονότων που προκαλούν αστάθεια και πανικό
  2. η αιφνιδιαστική κατάρρευση μιας επιχείρησης με μεγάλη οικονομική δύναμη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πτώχευση


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]