κρεατίλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κρεατίλα οι κρεατίλες
      γενική της κρεατίλας
    αιτιατική την κρεατίλα τις κρεατίλες
     κλητική κρεατίλα κρεατίλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρεατίλα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρεατίλα θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]