Μετάβαση στο περιεχόμενο

κρεατοπαραγωγή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κρεατοπαραγωγή οι κρεατοπαραγωγές
      γενική της κρεατοπαραγωγής των κρεατοπαραγωγών
    αιτιατική την κρεατοπαραγωγή τις κρεατοπαραγωγές
     κλητική κρεατοπαραγωγή κρεατοπαραγωγές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κρεατοπαραγωγή (νεολογισμός) < κρέατ(ος) + -ο- + παραγωγή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κρεατοπαραγωγή θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]