κρεατόμυγα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κρεατόμυγα οι κρεατόμυγες
      γενική της κρεατόμυγας
    αιτιατική την κρεατόμυγα τις κρεατόμυγες
     κλητική κρεατόμυγα κρεατόμυγες
Κατηγορία όπως «πέστροφα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Sarcophaga Bercaea2.jpg

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρεατόμυγα < κρέας + -ο- + μύγα ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική flesh fly)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρεατόμυγα θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]