κρεβατομουρμούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρεβατομουρμούρα κρεβατομουρμούρες
γενική κρεβατομουρμούρας κρεβατομουρμούρων
αιτιατική κρεβατομουρμούρα κρεβατομουρμούρες
κλητική κρεβατομουρμούρα κρεβατομουρμούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρεβατομουρμούρα < κρεββάτι + μουρμούρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρεβατομουρμούρα θηλυκό

  1. τα συνεχή και κουραστικά παράπονα ή γκρίνιες που εκφράζει ο ένας σύζυγος στον άλλο στο κρεββάτι, την ώρα που έχουν ξαπλώσει για να κοιμηθούν για βράδυ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]