κρεμέζι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρεμέζι κρεμέζια
γενική κρεμεζιού κρεμεζιών
αιτιατική κρεμέζι κρεμέζια
κλητική κρεμέζι κρεμέζια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρεμέζι < τουρκική kırmızı < αραβική قرمز (kirmiz) < σανσκριτική कृमिज (krmi-ja, κόκκινη χρωστική ουσία που παράγεται από ένα σκουλήκι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρεμέζι ουδέτερο

  1. κόκκινη χρωστική ουσία που παράγεται από τα αβγά του εντόμου κέρμης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]