Μετάβαση στο περιεχόμενο

κρεμαγιέρα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κρεμαγιέρα οι κρεμαγιέρες
      γενική της κρεμαγιέρας
    αιτιατική την κρεμαγιέρα τις κρεμαγιέρες
     κλητική κρεμαγιέρα κρεμαγιέρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κρεμαγιέρα < (λόγιο δάνειο) γαλλική crémaillère + κατάληξη θηλυκού

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kɾe.maˈʝe.ɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κρεμαγιέρα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κρεμαγιέρα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]