κρεμαγιέρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κρεμαγιέρα | οι | κρεμαγιέρες |
| γενική | της | κρεμαγιέρας | — | |
| αιτιατική | την | κρεμαγιέρα | τις | κρεμαγιέρες |
| κλητική | κρεμαγιέρα | κρεμαγιέρες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κρεμαγιέρα < (λόγιο δάνειο) γαλλική crémaillère + κατάληξη θηλυκού -α
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kɾe.maˈʝe.ɾa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κρε‐μα‐γιέ‐ρα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κρεμαγιέρα θηλυκό
- (μηχανολογία) ο μηχανισμός, το σύστημα με το οποίο στρίβουν οι τροχοί στα οχήματα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κρεμαγιέρα
Πηγές
[επεξεργασία]- κρεμαγιέρα - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μηχανολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)