κρηπίδωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κρηπίδωμα τα κρηπιδώματα
      γενική του κρηπιδώματος των κρηπιδωμάτων
    αιτιατική το κρηπίδωμα τα κρηπιδώματα
     κλητική κρηπίδωμα κρηπιδώματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρηπίδωμα < κρηπίς + -ωμα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρηπίδωμα ουδέτερο

  1. βάση πάνω στην οποία στηρίζεται ένα οικοδόμημα, κτίσμα ή μια μηχανή
  2. η αποβάθρα στους σιδηροδρομικούς σταθμούς
  3. το ακριανό κομμάτι της προκυμαίας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]