κρησφύγετο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρησφύγετο κρησφύγετα
γενική κρησφύγετου κρησφύγετων
αιτιατική κρησφύγετο κρησφύγετα
κλητική κρησφύγετο κρησφύγετα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κρησφύγετο < αρχαία ελληνική κρησφύγετον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κρησφύγετο ουδέτερο

  1. σπίτι, σπηλιά ή άλλο σημείο στο οποίο καταφεύγει για να κρυφτεί κάποιος εκτός νόμου

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]