κριθάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κριθάρι κριθάρια
γενική κριθαριού κριθαριών
αιτιατική κριθάρι κριθάρια
κλητική κριθάρι κριθάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κριθάρι < μεταγενέστερη ελληνική κριθάριον < υποκοριστικό του κριθή + (κατάληξη υποκοριστικού) -άριον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /kɾi.ˈθa.ɾi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κριθάρι ουδέτερο

  1. φυτό που ανήκει στα δημητριακά (επιστημονική ονομασία Hordeum vulgare)
  2. ο καρπός του φυτού αυτού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]


32πχ Μεταφράσεις[]