Μετάβαση στο περιεχόμενο

κριός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κριός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κριός οι κριοί
      γενική του κριού των κριών
    αιτιατική τον κριό τους κριούς
     κλητική κριέ κριοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Πολιορκητικός κριός

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κριός < αρχαία ελληνική κριός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κριός αρσενικό

  1. (θηλαστικό ζώο) το αρσενικό πρόβατο
  2. πολιορκητικός κριός: μεσαιωνική πολιορκητική μηχανή που χρησίμευε στην εκπόρθηση των θυρών των κάστρων. Ήταν φτιαγμένη από έναν κορμό και μια ενισχυμένη κεφαλή που θύμιζε ακριβώς το κεφάλι του κριαριού.

Ταυτόσημα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

λείπει η κλίση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κριός < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κριός θηλυκό

  • κριός, κριάρι
      τὸν δὲ βοῦν ὅταν θύσωσιν, [δ]ιανεμέτωσαν τοῖς συμπομπεύσασιν, τὸν δὲ κριὸν καὶ τὴν αἶγα καὶ τὸν ἀττηγὸν διανεμέτωσαν τῶι τε στεφανηφό[ρ]ωι καὶ τῆι ἱερείαι καὶ τοῖς πολεμάρχαις καὶ τοῖς προέδροις [κα]ὶ νεωποίαις καὶ εὐθύνοις καὶ τοῖς λητουργήσασιν, διανε[μέ]τωσαν δὲ ταῦτα οἱ οἰκονόμοι.
    Όταν θυσιάσουν τον ταύρο, θα πρέπει να τον μοιράσουν στους συμμετέχοντες στην πομπή, το δε κριάρι και την κατσίκα και τον τράγο (που ονομάζεται αττηγός) πρέπει να διανέμουν στους στεφανοφόρους και στις ιέρειες και στους πολεμάρχους (στρατηγούς) και στους προέδρους και στους νεοποιούς και σε όσους έχουν αναλάβει δημόσιες λειτουργίες, διανέμουν αυτά οι οικονόμοι.
    (CGRN 194 Διάταγμα σχετικά με τη γιορτή του Δία. Σωσίπολη στη Μαγνησία του Μαιάνδρου περίπου 197/6 ή δεκαετία του 180 π.Χ. )