κριός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | κριός | οι | κριοί |
| γενική | του | κριού | των | κριών |
| αιτιατική | τον | κριό | τους | κριούς |
| κλητική | κριέ | κριοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κριός < αρχαία ελληνική κριός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κριός αρσενικό
- (θηλαστικό ζώο) το αρσενικό πρόβατο
- πολιορκητικός κριός: μεσαιωνική πολιορκητική μηχανή που χρησίμευε στην εκπόρθηση των θυρών των κάστρων. Ήταν φτιαγμένη από έναν κορμό και μια ενισχυμένη κεφαλή που θύμιζε ακριβώς το κεφάλι του κριαριού.
Ταυτόσημα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αρσενικό πρόβατο
|
→ δείτε τη λέξη κριάρι |
πολιορκητική μηχανή
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κριός < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κριός θηλυκό
- κριός, κριάρι
- ※ τὸν δὲ βοῦν ὅταν θύσωσιν, [δ]ιανεμέτωσαν τοῖς συμπομπεύσασιν, τὸν δὲ κριὸν καὶ τὴν αἶγα καὶ τὸν ἀττηγὸν διανεμέτωσαν τῶι τε στεφανηφό[ρ]ωι καὶ τῆι ἱερείαι καὶ τοῖς πολεμάρχαις καὶ τοῖς προέδροις [κα]ὶ νεωποίαις καὶ εὐθύνοις καὶ τοῖς λητουργήσασιν, διανε[μέ]τωσαν δὲ ταῦτα οἱ οἰκονόμοι.
- Όταν θυσιάσουν τον ταύρο, θα πρέπει να τον μοιράσουν στους συμμετέχοντες στην πομπή, το δε κριάρι και την κατσίκα και τον τράγο (που ονομάζεται αττηγός) πρέπει να διανέμουν στους στεφανοφόρους και στις ιέρειες και στους πολεμάρχους (στρατηγούς) και στους προέδρους και στους νεοποιούς και σε όσους έχουν αναλάβει δημόσιες λειτουργίες, διανέμουν αυτά οι οικονόμοι.
- ※ τὸν δὲ βοῦν ὅταν θύσωσιν, [δ]ιανεμέτωσαν τοῖς συμπομπεύσασιν, τὸν δὲ κριὸν καὶ τὴν αἶγα καὶ τὸν ἀττηγὸν διανεμέτωσαν τῶι τε στεφανηφό[ρ]ωι καὶ τῆι ἱερείαι καὶ τοῖς πολεμάρχαις καὶ τοῖς προέδροις [κα]ὶ νεωποίαις καὶ εὐθύνοις καὶ τοῖς λητουργήσασιν, διανε[μέ]τωσαν δὲ ταῦτα οἱ οἰκονόμοι.
Πηγές
[επεξεργασία]- κριός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- κριός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Θηλαστικά (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)