κροσάρισμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κροσάρισμα κροσαρίσματα
γενική κροσαρίσματος κροσαρισμάτων
αιτιατική κροσάρισμα κροσαρίσματα
κλητική κροσάρισμα κροσαρίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κροσάρισμα < αγγλικά: crossing + -ισμα


ρήμα: κροσάρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κροσάρισμα ουδέτερο

  1. (μουσική τεχνολογία) το crossing των ηχείων· ο επιχιασμός της σταδιακής σίγασης ενός ηχείου σε ακραίο συχνοτικό φάσμα του με την παράλληλη σταδιακή εμφάνιση φωνής και ενίσχυση άλλου ηχείου το οποίο παράγει το ακόλουθο τμήμα του ηχητικού συχνοτικού φάσματος
    • η ρύθμιση για σωστό crossing (έκαστο ηχείο έχει εγγενώς μεγαλύτερο φάσμα· όμως το περιορίζουμε ώστε να μην επικαλύπτει ηχείο στο οποίο έχουμε αναθέσει διαφορετικό συχνοτικό τμήμα του ηχητικού φάσματος)

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Ανάλογα με το συχνοτικό φάσμα λειτουργίας κάθε ηχείου, μεταβάλλεται και η διάμετρος. Θεωρητικά ο κροσαρισμένος ήχος σε τρεις διαμέτρους ηχείων προσφέρει πλουσιότερη εμπειρία στον χρήστη· στην πράξη κάποιες φορές ο ήχος δεν έχει συνοχή και οι υψηλές συχνότητες δύνανται να ακούγονται στρεβλά. Στα στούντιο μίξης προτιμάται η χρήση ενιαίων ποιοτικών ηχείων monitor (χωρίς κροσάρισμα) διότι σκοπός είναι ο έλεγχος της πραγματικής ηχογράφησης και όχι μία βελτιωμένη εκδοχή (χωρίς διάταξη crossing προκύπτουν λιγότερα προβλήματα φάσης [= ορθός ή μη συγχρονισμός περιόδων ανά συχνοτική μπάντα] μεταξύ των ηχείων).