κρουασανάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρουασανάκι κρουασανάκια
γενική
αιτιατική κρουασανάκι κρουασανάκια
κλητική κρουασανάκι κρουασανάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρουασανάκι < κρουασάν + κατάληξη υποκοριστικού -άκι < γαλλική croissant, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος croître < λατινική cresco < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (αυξάνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρουασανάκι ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]