κρούσμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρούσμα κρούσματα
γενική κρούσματος κρουσμάτων
αιτιατική κρούσμα κρούσματα
κλητική κρούσμα κρούσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κρούσμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κρούσμα ουδέτερο

  1. Κάθε περίπτωση προσβολής ατόμου από μολυσματική αρρώστια.
  2. Κάθε παράβαση ποινικού ή ηθικού νόμου.


32πχ Μεταφράσεις[]