κρούω καλόν καιρόν
Εμφάνιση
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]κρούω καλὸν καιρόν
- καλοπερνώ
- ※ 14ος αιώνας, Στέφανος Σαχλίκης, Αφήγησις παράξενος του ταπεινού Σαχλίκη, στίχ. 94 (93-94) @anemi.lib.uoc.gr
- τρῶγε καὶ πῖνε τολοιπόν, τρῶγε καὶ χαροκόπα,
καὶ πῶς νὰ κροῦς καλὸν καιρόν, ἡμέρα νύκτα σκόπα.- Αφήγησις παράξενος /Stefanos Sahlikis i evo stihotborenie ; iszlbdovanie S. D. Papadimitriu, (επιμ.), Odessa :typ. Ekonomitseskaja, 1896.
- τρῶγε καὶ πῖνε τολοιπόν, τρῶγε καὶ χαροκόπα,
- ※ 14ος αιώνας, Στέφανος Σαχλίκης, Αφήγησις παράξενος του ταπεινού Σαχλίκη, στίχ. 94 (93-94) @anemi.lib.uoc.gr
Πηγές
[επεξεργασία]- κρούω - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].