κρυφός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κρυφός κρυφή κρυφό
γενική κρυφού κρυφής κρυφού
αιτιατική κρυφό κρυφή κρυφό
κλητική κρυφέ κρυφή κρυφό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κρυφοί κρυφές κρυφά
γενική κρυφών κρυφών κρυφών
αιτιατική κρυφούς κρυφές κρυφά
κλητική κρυφοί κρυφές κρυφά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρυφός < μεσαιωνική ελληνική κρυφός < αρχαία ελληνική κρυπτός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κρυφός, -ή, -ό

  1. που είναι τοποθετημένος ή φτιαγμένος έτσι ώστε να μην μπρορεί να βρεθεί
    το κάστρο είχε κρυφές πόρτες
  2. που είναι μυστικός
    η ερωτική τους σχέση παρέμεινε κρυφή για πολλά χρόνια
    συνώνυμα:δείτε τη λέξη: κρύφιος (που παραμένει κρυφός)
  3. (μεταφορικά) που δεν έχει εκδηλωθεί
    είναι κρυφό ταλέντο
  4. (για πρόσωπα) μυστικοπαθής
    είναι πολύ κρυφός για την οικονομική του κατάσταση· κανείς δεν ξέρει αν είναι πλούσιος ή φτωχός
  5. (ως ουσιαστικό) μυστικός αστυνομικός

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Επίσης

και δείτε τη λέξη: κρύβω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]