κρότος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρότος κρότοι
γενική κρότου κρότων
αιτιατική κρότο κρότους
κλητική κρότε κρότοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρότος
  • ο ήχος, ο θόρυβος, ο γδούπος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρότος αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]