κρύβω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρύβω < αρχαία ελληνική κρύπτω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κρύβω , παρατ.: έκρυβα, στιγμ. μέλλ.: θα κρύψω, αόρ.: έκρυψα , παθ.φωνή: κρύβομαι , μτχ.π.π.: κρυμμένος

  1. τοποθετώ κάτι σε μέρος όπου δεν θα το ανακαλύψουν οι άλλοι
    ο δολοφόνος έκρυψε το μαχαίρι του εγκλήματος στο υπόγειο
  2. τοποθετώ κάτι σε μέρος τέτοιο ώστε να μην είναι ορατό
    ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να κρύψουν τα βιβλία τους επειδή θα έγραφαν τεστ
  3. τακτοποιώ, τοποθετώ κάτι σε μέρος ασφαλές ώστε να το χρησιμοποιήσω αργότερα
  4. (στη μαγειρική) ανοίγω μια τρύπα σ΄ ένα κομμάτι κρέας και βάζω μέσα μπαχαρικό ή κάτι άλλο που δίνει γεύση
    κρύβουμε το σκόρδο μέσα στο κρέας
  5. καλύπτω κάτι με κάτι άλλο για να μη φαίνεται
    έριξε πάνω της ένα σεντόνι να κρύψει τη γύμνια της
  6. μπαίνω μπροστά από ένα άλλο αντικείμενο το οποίο πια δεν είναι ορατό
    μη μου κρύβεις τον ήλιο, είπε ο Διογένης στον Αλέξανδρο
  7. κρατώ κάτι μυστικό από τους άλλους
    κάτι μου κρύβεις για το παρελθόν σου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αποκρύπτω
  8. έχω στο εσωτερικό μου κάτι που δεν είναι ορατό
    ας ανοίξουμε αυτό το παλιό σεντούκι να δούμε τι θησαυρούς μπορεί να κρύβει
    • (μεταφορικά)
      πίσω από το σκληρό παρουσιαστικό κρύβει μια ευαίσθητη ψυχή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]