κρύσταλλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κρύσταλλο τα κρύσταλλα
      γενική του κρύσταλλου
κρυστάλλου
των κρύσταλλων
κρυστάλλων
    αιτιατική το κρύσταλλο τα κρύσταλλα
     κλητική κρύσταλλο κρύσταλλα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρύσταλλο < μεσαιωνική ελληνική κρύσταλλο(ν) < αρχαία ελληνική κρύσταλλος < κρυσταίνομαι < κρύος < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *kreus < (σε κάποιες περιπτώσεις (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική cristal)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkɾi.sta.lo/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρύσταλλο ουδέτερο

  1. γυαλί καλής ποιότητας με το οποίο κατασκευάζονται διάφορα αντικείμενα
  2. (συνεκδοχικά) αντικείμενο από κρύσταλλο
  3. (μεταφορικά) οτιδήποτε ξεχωρίζει για την καθαρότητα και την λάμψη του
  4. (μεταφορικά) σταλακτίτης

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]