κτήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: κτίριο

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κτήριο τα κτήρια
      γενική του κτηρίου των κτηρίων
    αιτιατική το κτήριο τα κτήρια
     κλητική κτήριο κτήρια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κτήριο < μεσαιωνική ελληνική κτήριον [1] / κτίρειον / κτίριον[2] < *οικτήριον < αρχαία ελληνική οἰκητήριον[3] < οἰκέω / οἰκῶ < οἶκος < ϝοῖκος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *woyḱos / *wéyḱs

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkti.ɾi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κτήριο ουδέτερο

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]