κτήριο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κτίριο

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κτήριο κτήρια
γενική κτηρίου κτηρίων
αιτιατική κτήριο κτήρια
κλητική κτήριο κτήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κτήριο < μεσαιωνική ελληνική κτήριον[1] / κτίρειον / κτίριον[2] < *οικτήριον < αρχαία ελληνική οἰκητήριον[3] < οἰκέω / οἰκῶ < οἶκος < ϝοῖκος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *woyḱos / *wéyḱs

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkti.ɾi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κτήριο ουδέτερο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Erich Trapp, Lexikon zur byzantinischen Gräzität, λήμμα κτήριον
  2. κτίριο στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. : «παρετυμολογία από το κτίζω»
  3. ή < ελληνιστική κοινή εὐκτήριον (οίκος προσευχής), ουδέτερο του εὐκτήριος < αρχαία ελληνική εὐκτός < εὔχομαι < εὐχή· βλ. Erich Trapp, Lexikon zur byzantinischen Gräzität, λήμμα κτήριον