κτήτωρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική κτήτωρ κτήτορες
Γενική κτήτορος κτητόρων
Δοτική κτήτορι κτήτορσι
Αιτιατική κτήτορα κτήτορας
Κλητική κτῆτορ κτήτορες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κτήτωρ < κτάομαι (κτῶμαι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κτήτωρ

  1. κάτοχος, κύριος, ιδιοκτήτης

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κτήτωρ < αρχαία ελληνική από επίδραση του κτίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κτήτωρ αρσενικό

  1. ο κτίστης
  2. ο κτίτορας ή κτήτορας, ο ιδρυτής ναού, μονής ή (ιερού) ιδρύματος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]